Eμβόλια βασισμένα σε γονίδια – quo vadis?

Sucharit Bhakdi MD, Karina Reiss PhD, and Michael Palmer MD

 

1. Η λογική της ανάπτυξης των εμβολίων

Η ιδέα πίσω από την ανάπτυξη των εμβολίων είναι απλή: η εφαρμογή ενός ακίνδυνου παραγώγου από έναν μολυσματικό παράγοντα (στον οργανισμό) αναμένεται να διεγείρει το ανοσοποιητικό σύστημα προς την παραγωγή αντισωμάτων που προστατεύουν έναντι αυτού του παράγοντα.

Ωστόσο, η εισαγωγή οποιασδήποτε ξένης ουσίας μέσα στο σώμα ποτέ δεν είναι εντελώς απαλλαγμένη από κινδύνους. Συνεπώς, το βασικό ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσο το όφελος (από αυτήν την πρακτική) αναμένεται να υπερτερεί σημαντικά των κινδύνων. Για το λόγο αυτό:

α) το παθογόνο (από το οποίο επιδιώκουμε προστασία μέσω εμβολίων) πρέπει να είναι επικίνδυνο, και η μόλυνση από αυτό πρέπει να σχετίζεται με υψηλή νοσηρότητα και θνητότητα, και

β) ο εμβολιασμός θα πρέπει να προκαλεί ισχυρή ανοσοποιητική προστασία έναντι σοβαρής νόσησης.

Αυτές οι προϋποθέσεις ικανοποιούνταν πλήρως κατά την ιστορική επιτυχία της ανάπτυξης εμβολίων κατά της ευλογιάς, του τετάνου, της διφθερίτιδας και της πολυομυελίτιδας. Ωστόσο, η ευφορία την οποία προκάλεσαν αυτά τα επιστημονικά ορόσημα οδήγησε στην παράβλεψη ενός σημαντικού γεγονότος. Και στις τέσσερεις  παραπάνω περιπτώσεις, οι παθογόνοι παράγοντες μεταφέρονταν στον προορισμό τους μέσω της κυκλοφορίας του αίματος.

Είναι κρίσιμο να αντιληφθούμε ότι αυτό είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Οι περισσότεροι ιϊκοί παράγοντες προκαλούν αυτοπεριοριζόμενες μολύνσεις στα αναπνευστικά όργανα ή στον γαστρεντερικό σωλήνα. Σοβαρή βλάβη σε  εσωτερικά όργανα λόγω της εξάπλωσής τους μέσω της κυκλοφορίας του αίματος δεν συμβαίνει συχνά, και τέτοιες μολύνσεις γενικά δεν σχετίζονται με υψηλά ποσοστά θανάτων. Λόγω της ευρύτατης διάδοσής τους, ο γενικός πληθυσμός εμφανίζει ήδη υψηλά επίπεδα προϋπάρχουσας ανοσίας απέναντι σε τέτοιους ιούς. Για τους απλούς αυτούς λόγους δεν υφίσταται πραγματική ανάγκη ανάπτυξης εμβολίων κατά των περισσότερων ιϊκών παθογόνων.

 

2. Η ανοσία στους αναπνευστικούς ιούς: συστηματική έναντι βλεννογονικής ανοσίας

Εστιάζουμε τώρα σε ένα σημαντικό γεγονός που αφορά στην προστασία του αναπνευστικού συστήματος έναντι μολύνσεων: αυτή διαμεσολαβείται από κύτταρα του ανοσοποιητικού που εδρεύουν εντός και υπό του αναπνευστικού βλεννογόνου, και που λειτουργούν μάλλον ανεξάρτητα από τα ανοσοποιητικά κύτταρα που προστατεύουν τα εσωτερικά μας όργανα.

Μια καίρια διάσταση της λειτουργικής διαφοράς μεταξύ της βλεννογονικής και της συστηματικής ανοσίας έγκειται στη φύση των αντισωμάτων που παράγονται από πλασματοκύτταρα τα οποία εντοπίζονται ακριβώς κάτω από τις βλεννογονικές μεμβράνες. Αυτά τα αντισώματα – εκκριτική ανοσοσφαιρίνη Α (sIgA)- εκκρίνονται κατά μήκος των βλεννογόνιων μεμβρανών στην επιφάνεια αυτών. Βρίσκονται επομένως εκεί όπου συναντούν τους αερομεταφερόμενους ιούς και ενδέχεται να είναι ικανά να αποτρέψουν την προσκόλληση των ιών στα κύτταρα των βλεννογόνων, που θα τα μόλυνε. Ο ίδιος τρόπος προστασίας ισχύει και  για τον γαστρεντερικό σωλήνα.

Αντίθετα, η IgG και η κυκλοφορούσα IgA είναι τα κύρια αντισώματα που ανιχνεύονται στην κυκλοφορία του αίματος. Δεν μπορούν να αποτρέψουν την είσοδο ιών σε κύτταρα των αεραγωγών  ή του εντέρου, και η μέγιστη συμβολή τους είναι στην αποτροπή της εξάπλωσης στην περίπτωση που καταφέρουν οι ιοί αυτοί να εισέλθουν στην κυκλοφορία του αίματος. Τα εμβόλια που ενίονται ενδομυϊκά (δηλαδή στο εσωτερικό του σώματος) θα επάγουν μόνο την IgG και την κυκλοφορούσα IgA, αλλά όχι την sIgA. Κατά συνέπεια, τα αντισώματα που επάγονται από ενδομυϊκά εμβόλια δεν μπορούν και ούτε πρόκειται να προστατεύσουν αποτελεσματικά τα κύτταρα της αναπνευστικής οδού από τη μόλυνσή τους από αερομεταφερόμενους ιούς. Αυτή η διαπίστωση δεν είναι  ούτε αμφισβητούμενη ούτε καινούρια. Ήδη προ 30 ετών,oι McGhee et al [2] συμπέραναν:

Προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι παρά τη σύγχρονη κατανόηση της κοινής βλεννογονικής ανοσίας, σχεδόν όλα τα σύγχρονα εμβόλια χορηγούνται στους ανθρώπους μέσω της παρεντερικής οδού (με ένεση). Η συστηματική ανοσοποίηση είναι ουσιαστικά αναποτελεσματική στην επαγωγή βλεννογονικής ανοσολογικής απόκρισης. Από τη στιγμή που o οργανισμός έρχεται αντιμέτωπος με την πλειοψηφία των παθογόνων μικροοργανισμών μέσω της επιφάνειας των βλεννογόνων, είναι λογικό να συζητήσουμε για την επαγωγή προστατευτικών  αντισωμάτων και ανοσολογικής απάντησης μέσω Τ-λεμφοκυττάρων στους ιστούς των βλεννογόνων.

Η αποτυχία των ενδομυϊκών εμβολίων να ενεργοποιήσουν την sIgA έχει επιβεβαιωθεί σε μια μελέτη για το Αναπνευστικό Σύνδρομο της Μέσης Ανατολής (MERS) [3]. Όπως και η νόσος COVID-19,  αυτή η ασθένεια προκαλείται από έναν κορωνοϊό, και το πειραματικό εμβόλιο που χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη αυτή ήταν βασισμένο σε γονίδιο, όπως όλα τα διαδεδομένα εμβόλια που προσφάτως διατέθηκαν κατά της COVID-19. Πιο πρόσφατα, μια ακόμη μελέτη έδειξε ότι τα mRNA εμβόλια κατά της COVID-19 δεν επάγουν σημαντικά την παραγωγή sIgA [4]. Για τον απλό αυτό λόγο, δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι ο εμβολιασμός θα αναστείλει τη μόλυνση των αεραγωγών. Πράγματι, η απόλυτη αποτυχία των εμβολίων να αποτρέψουν την SARS-CoV-2 μόλυνση είναι σήμερα στέρεα τεκμηριωμένη [5,6].

Είναι γενική γνώση ότι τα  sIgA αντισώματα παράγονται  ως απόκριση σε φυσικές μολύνσεις των αεραγωγών. Οι βλεννογόνιες μεμβράνες υγιών ατόμων είναι κατά συνέπεια επικαλυμμένες με αντισώματα που στρέφονται ενάντια σε κοινούς αναπνευστικούς ιούς. Ωστόσο, η ικανότητα αυτών των αντισωμάτων να αποτρέψουν τη μόλυνση είναι περιορισμένη. Η έκβαση της αναμέτρησης με έναν ιό δεν είναι «μαύρο ή άσπρο» – αλλά θέμα αριθμητικού μεγέθους.  Ένας προστατευτικός φραγμός από αντισώματα μπορεί να αποκρούσει μια μικρής κλίμακας επίθεση, αλλά θα παραβιαστεί από υψηλότερα ιϊκά φορτία. Για αυτό το λόγο, μολύνσεις με αερομεταφερόμενους ιούς συμβαίνουν επανειλημμένα κατά τη διάρκεια της ζωής, γεγονός που δεν θα αλλάξει ούτε καν με τη χρήση ενδορινικών εμβολίων με στόχο την επαγωγή  της παραγωγής sIgA, παρόλο που η εφαρμογή ενδορινικών εμβολίων όντως επάγει ισχυρότερη βλεννογονική ανοσιακή απόκριση  από τα ενδομυϊκά χορηγούμενα εμβόλια [3,7].

Ο υποδεέστερος ρόλος της sIgA στην καταπολέμηση συστηματικών ιογενών μολύνσεων αναδεικνύεται από το γεγονός ότι άτομα με μία πολύ κοινή γενετική βλάβη -επιλεκτική ανεπάρκεια sIgA-, που δεν μπορούν να παράγουν sIgA, δεν υποφέρουν από δραματικά αυξημένη ευαισθησία απέναντι σε σοβαρές αναπνευστικές μολύνσεις. Αυτή η παρατήρηση μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα αν εξετάσουμε τις ακόλουθες δύο βασικές αρχές: πρώτον, η ανοσολογική προστασία ενάντια σε αναπνευστικούς ιούς βασίζεται κυρίως στα Τ-κύτταρα, και δεύτερον, σε όσους έχουν προϋπάρχουσα ανοσία, τα επίπεδα των αντισωμάτων στην κυκλοφορία αίματος (κυκλοφορούντα IgG και IgA) είναι γενικά επαρκή για να αποτρέψουν τη σοβαρή νόσηση σε περίπτωση εξάπλωσης του ιού στο σώμα.

 

3. Τ-λεμφοκύτταρα: οι πρωταγωνιστές στην αντιϊκή ανοσία

Τα Τ-λεμφοκύτταρα είναι ζωτικής σημασίας στον έλεγχο των αναπνευστικών λοιμώξεων  και πράγματι αυτό ισχύει για τις ιικές λοιμώξεις γενικά. Η προσοχή στρέφεται πλέον σε αυτά τα κύτταρα, όπου η συζήτηση μπορεί αρχικά να εστιαστεί στη λειτουργία των  κυτταροτοξικών  Τ-λεμφοκυττάρων  (CTL).

Τι αναγνωρίζουν αυτά τα κύτταρα και ποια είναι η θεμελιώδης συνέπεια αυτής της αναγνώρισης εκ του ανοσοποιητικού;

Όποτε ένα κύτταρο παράγει μια συγκεκριμένη πρωτεΐνη, δημιουργεί πολλαπλά αντίγραφα αυτής. Λίγα αντίγραφα θα διασπαστούν επίτηδες σε μικρά θραύσματα, τα οποία θα μεταφερθούν κατόπιν στην επιφάνεια του κυττάρου με ένα ειδικό μόριο-μεταφορέα που ονομάζεται ΜCΗ 1. Εκεί, τα θραύσματα έρχονται σε αλληλεπίδραση με τα CTL και αναγνωρίζονται από αυτά. Διαφορετικά θραύσματα θα αναγνωριστούν από λεμφοκύτταρα που ανήκουν σε διαφορετικούς «κλώνους»/ «σειρές». Όλα τα CTL ενός συγκεκριμένου κλώνου φέρουν τους ίδιους υποδοχείς των Τ- κυττάρων και αναγνωρίζουν τα ίδια πρωτεϊνικά θραύσματα, αλλά τα CTL διαφορετικών κλώνων διαφέρουν στην αντιγονική τους ειδικότητα (Εικόνα 1). Συνεπώς, ένα CTL που καταφέρνει να βρει και να συνδεθεί με το συγγενικό του πρωτεϊνικό θραύσμα, θα ενεργοποιηθεί ώστε να εκχύσει θανατηφόρες τοξικές ουσίες πάνω και μέσα στα κύτταρα – στόχο.

Εικόνα 1.

Η αλληλεπίδραση της κλειδαριάς και του κλειδιού μεταξύ των πρωτεϊνικών θραυσμάτων (protein fragments) στην επιφάνεια ενός κυττάρου (body cell) και των υποδοχέων των T-κυτταροτοξικών κυττάρων (T-cell). Τα θραύσματα παρουσιάζονται στα Τ-κύτταρα μέσω ενός ειδικού μορίου-μεταφορέα, του MCH 1 (δεν φαίνεται στην εικόνα/ βλέπε Εικόνα 4).

 

Οι υποδοχείς των Τ λεμφοκυττάρων που υπάρχουν στο σώμα μας μπορούν να αναγνωρίσουν συνολικά ένα πολύ μεγάλο φάσμα πρωτεϊνικών θραυσμάτων, αλλά όλα τα μόρια των υποδοχέων επάνω σε ένα δεδομένο Τ λεμφοκύτταρο είναι πανομοιότυπα και θα συνδεθούν με όμοια θραύσματα. Τ λεμφοκύτταρα τα οποία συνδέονται σε ένα από τα πρωτεϊνικά θραύσματα που παρουσιάζεται από ένα MHC 1 μόριο σε μια κυτταρική επιφάνεια, συνεπώς θα ενεργοποιηθούν.

Αν η πρωτεΐνη τα θραύσματα της οποίας προσέλκυσαν και ενεργοποίησαν αυτά τα CTL προέρχεται από έναν ιό, τότε το αποτέλεσμα θα είναι η καταστροφή του κυττάρου που έχει μολυνθεί με τον ιό αυτό, πράγμα χρήσιμο κι απαραίτητο για την εκμηδένιση μιας ιογενούς λοίμωξης. Ωστόσο ας σημειωθεί ότι αυτή η διαδικασία της κατάτμησης των πρωτεϊνών και της παρουσίασής τους είναι γενικευμένη και δεν περιορίζεται σε ιϊκές ή άλλες ξένες στον οργανισμό πρωτεΐνες, αλλά μάλλον ισχύει εξίσου και για τις πρωτεΐνες του ίδιου του οργανισμού. Άρα, είναι ζωτικής σημασίας να προληφθεί η ενεργοποίηση των CTL που αναγνωρίζουν τα θραύσματα των «δικών μας» πρωτεϊνών. Πώς επιτυγχάνεται αυτό;

Σχηματοποιήστε στο μυαλό σας την αλληλεπίδραση ανάμεσα στα πρωτεϊνικά θραύσματα και στους υποδοχείς τους που βρίσκονται στα CTL σαν αυτή ανάμεσα σε μια κλειδαριά κι ένα κλειδί. Υπάρχουν πάμπολλα διαφορετικά κλειδιά (θραύσματα) που ταιριάζουν σε πάρα πολλές διαφορετικές κλειδαριές (υποδοχείς CTL). Είναι γνωστό ότι η αληθινά απίστευτη ποικιλία των κλειδαριών διαμορφώνεται ήδη κατά την εμβρυική ανάπτυξη. Πώς γίνεται αυτό; Μήπως οι κλειδαριές σχηματίζονται ως απάντηση στα θραύσματα (κλειδιά) που εμφανίζονται κατά την περίοδο της ανάπτυξης; Τότε, κι από τη στιγμή που το έμβρυο συνήθως δεν εκτίθεται σε ιογενείς λοιμώξεις, τα CTL θα ήταν εξοπλισμένα με υποδοχείς που αναγνωρίζουν αποκλειστικά θραύσματα πρωτεϊνών του ίδιου του οργανισμού, αλλά τέτοιοι Τ λεμφοκυτταρικοί κλώνοι που αντιδρούν ενάντια στον ίδιο τον οργανισμό δεν θα είχαν κάποιον ωφέλιμο ρόλο. Αν αντιθέτως η ποικιλία των κλειδαριών σχηματιζόταν με τυχαίο τρόπο, χωρίς να προαπαιτείται κανένα πρότυπο κλειδιού, τότε δισεκατομμύρια λεμφοκυττάρων  που αναγνωρίζουν εξωγενείς/ «μη ίδιους» παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των ιϊκών πρωτεϊνών, θα σχηματίζονταν παράλληλα με αυτά τα λεμφοκύτταρα που αναγνωρίζουν πρωτεΐνες του ίδιου του οργανισμού.

Είναι πολύ ενδιαφέρον να γνωρίζουμε σήμερα πως το δεύτερο σενάριο είναι η πραγματικότητα [8]. Με θαυμαστό τρόπο, τα λεμφοκύτταρα που αναγνωρίζουν «δικές μας» πρωτεΐνες είναι απενεργοποιημένα ή υπό έλεγχο καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής, ώστε να αποκλείεται η απρόβλεπτη επίθεσή τους σε υγιή κύτταρα του οργανισμού. Ενίοτε, παρατηρούνται ατυχή συμβάντα, τα οποία μπορούν να οδηγήσουν στην εκδήλωση αυτοάνοσων νοσημάτων. Αν ενεργοποιηθούν τα CTL που αλληλεπιδρούν με τις ηπατικές πρωτεΐνες, προκύπτει αυτοάνοση ηπατίτιδα. Αν ενεργοποιηθούν τα CTL που αλληλεπιδρούν με τις παγκρεατικά νησίδια, προκύπτει ο διαβήτης αυτοάνοσης αιτιολογίας.

Εικόνα 2

 Η επιλογή κλώνων Τ-λεμφοκυττάρων. Η ποικιλομορφία των υποδοχέων των Τ-κυττάρων προκύπτει αρχικά τυχαία, που σημαίνει ότι πολλά Τ-λεμφοκύτταρα φέρουν υποδοχείς που δεσμεύουν αντιγόνα του εαυτού.  Στον θύμο αδένα, τέτοια Τ-κύτταρα προσελκύονται από κύτταρα-δολώματα που εκφράζουν αυτά τα αντιγόνα, ώστε να τα καταστρέψουν ή να τα καταστείλουν. Τα Τ-λεμφοκύτταρα που δεν δεσμεύουν αντιγόνα του εαυτού παραμένουν ελεύθερα και μπορεί αργότερα να ενεργοποιηθούν και να πολλαπλασιαστούν ως απάντηση σε μια ιογενή μόλυνση.

Από την άλλη, τέτοια κύτταρα του ανοσοποιητικού που αντιδρούν στην ουσία με κάθε ξένη πρωτεΐνη και είναι παρόντα ήδη από τη γέννηση, είναι έτοιμα να αναλάβουν δράση όποτε προκύψουν προκλήσεις. Ακριβώς για το λόγο αυτό, ο εμβολιασμός με κλασικά εμβόλια διενεργείται με επιτυχία στην πρώιμη βρεφική ηλικία. Κι όταν ένας κορωνοϊός εμφανίζεται στο προσκήνιο, αμέσως ενεργοποιείται η ομάδα των CTL ενάντια σε κορωνοϊό. Όταν εμφανίζεται η γρίπη, αμέσως ενεργοποιείται η ομάδα των αντι-γριπικών  CTL κ.ο.κ. Κάθε γύρος εξάσκησης ενδυναμώνει την ομάδα, με αποτέλεσμα ο αντίπαλος να καταστέλλεται κάθε φορά ταχύτερα και οι μολύνσεις να αντιμετωπίζονται  όλο και πιο αποτελεσματικά.

Όμως, δεν ακυρώνεται και δεν παρακάμπτεται μια τέτοια επίκτητη ανοσία από την εμφάνιση διαρκώς νέων στελεχών του κάθε ιού, των λεγόμενων «παραλλαγών που εγείρουν ανησυχία»;  Όχι ακριβώς. Ως προς αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι μία πρωτεΐνη δημιουργεί πολλά θραύσματα με την κατάτμησή της, τα οποία αναγνωρίζονται από πολλούς διαφορετικούς κλώνους CTL. Οι πρωτεΐνες που κωδικοποιούνται από έναν ιό που έχει μεταλλαχθεί μπορεί να δημιουργήσουν ένα ή μερικά διαφοροποιημένα θραύσματα, αλλά η πλειοψηφία των υπόλοιπων θραυσμάτων παραμένει αναλλοίωτη. Για το λόγο αυτό, η βασισμένη σε CTL διασταυρούμενη αντίδραση και η διασταυρούμενη προστασία ισχύει για όλα τα μέλη μιας οικογένειας ιών. Ειδικότερα σε σχέση με την COVID-19 έχει παρατηρηθεί ότι άτομα που έχουν μολυνθεί στο παρελθόν μπορούν ενίοτε πράγματι να εκτεθούν σε μια ακόμη μόλυνση με μια νέα παραλλαγή, αλλά τέτοιες επαναλοιμώξεις δεν είναι σχεδόν ποτέ σοβαρές [9,10]. Όπως ακριβώς θα το περιμέναμε. Επομένως, το αφήγημα ότι η εμφάνιση μεταλλάξεων του ιού πρέπει να συνυπολογίζεται στην ανάπτυξη επικαιροποιημένων εμβολίων, ήταν θεμελιωδώς ανυπόστατο ευθύς εξ αρχής.

Η ενεργοποίηση  των Τ- λεμφοκυττάρων – αλλά στην περίπτωση αυτή, των Τ-βοηθητικών κυττάρων, παρά των CTL- συσχετίζεται με την ενεργοποίηση των Β-λεμφοκυττάρων, και αυτή οδηγεί στην παραγωγή αντισωμάτων (Εικόνα 3). Ενώ τα CTL αναγνωρίζουν θραύσματα πρωτεϊνών που παρουσιάζονται στην επιφάνεια των κυττάρων, τα αντισώματα δεσμεύονται στην ακέραιη, άτμητη πρωτεΐνη. Τα δεσμευμένα αντισώματα κατόπιν πυροδοτούν την ενεργοποίηση ενός άλλου μεγάλου βραχίονα της άμυνας του οργανισμού, το σύστημα συμπληρώματος, με εκτεταμένες συνέπειες. Μια πληθώρα φλεγμονωδών γεγονότων πυροδοτούνται από την ενεργοποίηση του συμπληρώματος. Επιπρόσθετα, το ίδιο το σύστημα συμπληρώματος θα επιτεθεί και θα καταστρέψει το κύτταρο, στην επιφάνεια του οποίου συμβαίνει η ενεργοποίηση.

Εικόνα 3.

Η συνεργασία  των Τ- λεμφοκυττάρων και των αντισωμάτων στην αντι-ιϊκή άμυνα. Τ-βοηθητικά λεμφοκύτταρα ενεργοποιούνται από θραύσματα ενός ιικού «μη ίδιου» αντιγόνου με τον ίδιο περίπου τρόπο που συμβαίνει και με τα CTL. Εν τούτοις ο ρόλος των Τ βοηθητικών κυττάρων δεν είναι να επιτίθενται απ ευθείας αλλά να ενεργοποιούν τα Β κύτταρα τα οποία ακολούθως θα αρχίσουν να παράγουν αντισώματα ενάντια στην ακέραιη, μη ίδια πρωτεΐνη. Εάν αυτά τα αντισώματα βρουν το στόχο τους στην επιφάνεια ενός μολυσμένου κυττάρου, θα ενεργοποιήσουν το συμπλήρωμα, μια αλληλουχία πρωτεϊνών του ορού η οποία μπορεί να καταστρέψει αυτό το κύτταρο αλλά και να προάγει γενικότερα τη φλεγμονή.

 

4. Κάθε εμβόλιο βασισμένο σε γονίδια που κωδικοποιεί μη ίδιες πρωτεΐνες είναι τρομερά επικίνδυνο

Προκύπτει από τα παραπάνω ότι η παραγωγή ξένων αντιγόνων από τα ίδια μας τα κύτταρα θα προκαλέσει κατά κανόνα φλεγμονώδεις διεργασίες και καταστροφή κυττάρων. Στις ιογενείς λοιμώξεις, αυτό είναι σκόπιμο, καθώς οδηγεί στην εξάλειψη των κυττάρων που έχουν προσβληθεί. Οι περισσότεροι ιοί στοχεύουν ένα περιορισμένο φάσμα ιστών, και οι περισσότεροι ιστοί μπορούν και αναγεννιούνται, οπότε οι  «πληγές» από μία ίωση επουλώνονται τελικά.

Οι υποστηρικτές των γονιδιακών εμβολίων συχνά ισχυρίζονται ότι αυτά τα σκευάσματα δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μιμούνται ό,τι συμβαίνει σε μια πραγματική ιογενή μόλυνση. Επομένως η έκφραση της ξένης πρωτεΐνης είναι, όπως ισχυρίζονται, σύντομης διάρκειας και τοπικά περιορισμένη στο σημείο της ένεσης, εντός του μυός. Η όποια ενδεχόμενη κυτταρική βλάβη, θα έπρεπε αναλόγως να είναι περιορισμένη, και ως εκ τούτου δεν αναμένονται σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις.

Τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι πιο παραπλανητικό και πιο μακριά από την αλήθεια, από αυτόν τον ισχυρισμό.

Η αρχική θεώρηση ότι το mRNA που μεταφέρεται εντός LNP παραμένει στο σημείο της έγχυσης, είναι σήμερα πλέον ευρέως γνωστό ότι αποτελεί μία κραυγαλέα αναλήθεια. Αυτά τα «εμβόλια» εξαπλώνονται ταχέως από το σημείο της ένεσης προς τους λεμφαδένες και εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος [11] και η παρατεταμένη έκφρασή τους σε όργανα και ιστούς που απέχουν από το σημείο της ένεσης έχει καταγραφεί επανειλημμένα και με μια μεγάλη σειρά τεχνικών ανάλυσης [12-15]. Κι επειδή τα συστατικά του εμβολίου μπορούν να εισέλθουν σε όλα τα εμπύρηνα κύτταρα, η πρόσληψή τους γρήγορα οδηγεί στην εμφάνισή τους σε κύτταρα των λεμφαδένων, σε ενδοθηλιακά κύτταρα που καλύπτουν  εσωτερικά τα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων καθώς και σε κύτταρα κάθε ιστού όπου θα φτάσουν.

Το γεγονός αυτό άμεσα διαφοροποιεί τον εμβολιασμό με «εμβόλια» mRNA από τις φυσικές μολύνσεις. Πολύ λίγοι παθογόνοι παράγοντες στοχεύουν συστηματικά τα λεμφοκύτταρα ή τα ενδοθηλιακά κύτταρα. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται επικίνδυνοι ιοί που προκαλούν αιμορραγικούς πυρετούς καθώς και βακτήρια που επίσης προκαλούν λοιμώξεις απειλητικές για τη ζωή, όπως για παράδειγμα ο τύφος και ο εξανθηματικός πυρετός των Βραχωδών Όρεων.

Εντελώς αντίθετα, κάθε ένα «εμβόλιο» mRNA θα πυροδοτήσει αυτό-καταστροφικές διαδικασίες σε όργανα του λεμφικού συστήματος και σε αιμοφόρα αγγεία, σε όλο το σώμα. Οι τεράστιοι κίνδυνοι από συμβάντα «επίθεσης κατά του εαυτού» που λαμβάνουν χώρα μέσα στο δίκτυο του ανοσοποιητικού ελέγχου του οργανισμού, έχουν περιγραφεί [16]. Περιλαμβάνουν την εκ νέου ενεργοποίηση αδρανών μολύνσεων (όπως ο απλός Έρπης, ο Έρπης ζωστήρας, ο ιός Epstein-Barr , ο κυτταρομεγαλοϊός, η φυματίωση και παρασιτικές μολύνσεις), μειωμένη ικανότητα ελέγχου νέων μολύνσεων, και ενεργοποίηση  ή εκ νέου ενεργοποίηση νεοπλασιών [17].

Εικόνα 4.

Πώς τα mRNA εμβόλια κατά του COVID-19 βλάπτουν τα αιμοφόρα αγγεία και προκαλούν θρομβώσεις. Αφού τα νανοσωματίδια λιπιδίων του εμβολίου έχουν εισέλθει στην κυκλοφορία, προσλαμβάνονται από τα ενδοθηλιακά κύτταρα και το mRNA απελευθερώνεται. Κατόπιν εκφράζεται η πρωτεΐνη ακίδας: κάποια μόρια αυτής διασπώνται και παρουσιάζονται στην επιφάνεια των κυττάρων μέσω ενός ειδικού πρωτεϊνικού μεταφορέα (MCH 1). Αυτό  προκαλεί επίθεση στα ενδοθηλιακά κύτταρα από τα κυτταροτοξικά Τ-κύτταρα. Τα κατεστραμμένα ενδοθηλιακά κύτταρα υποχωρούν από τη θέση τους, διευκολύνοντας τη διαρροή σωματιδίων του εμβολίου και στους παρακείμενους ιστούς. Αυτό επίσης εκθέτει τις πιο βαθιές στιβάδες του τοιχώματος των αιμοφόρων αγγείων στο αίμα, που πυροδοτεί την συγκέντρωση θρομβοκυττάρων και την πήξη του αίματος.

Ταυτόχρονα,  μια ενορχηστρωμένη επίθεση του ανοσοποιητικού θα διεξαχθεί απέναντι στα τοιχώματα των αγγείων, οποτεδήποτε και οπουδήποτε τα ενδοθηλιακά κύτταρα επιμολυνθούν (Εικόνα 4). Στην περίπτωση του SARS-CoV2 είναι γνωστό ότι Τ-κυτταροτοξικά κύτταρα τα οποία αναγνωρίζουν ειδικά την πρωτεΐνη ακίδας, είναι ευρέως παρόντα στο αίμα υγειών ατόμων. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε προηγούμενη μόλυνση με τον ιό αυτό, ή εναλλακτικά μπορεί να οφείλεται σε διασταυρούμενη αντίδραση του ανοσοποιητικού με άλλους παρεμφερείς κορωνοϊούς [18, 19]. Με την εμφάνιση ειδικών αντισωμάτων, η επίθεση στα κύτταρα που φέρουν τις ξένες πρωτεΐνες θα πολλαπλασιαστεί και θα ενταθεί επιπλέον μέσω της δράσης του συμπληρώματος και των φαγοκυττάρων. Θρόμβοι αίματος θα σχηματίζονται εκεί όπου το αγγειακό ενδοθήλιο τραυματίζεται με αποτέλεσμα την εκδήλωση διαταραχών της κυκλοφορίας του αίματος. Ο ισχαιμικός κυτταρικός θάνατος θα έχει μη αναστρέψιμες συνέπειες στο κεντρικό νευρικό σύστημα και στην καρδιά. Η βλάβη στα τοιχώματα των αγγείων θα προκαλέσει, όπως είναι αναμενόμενο,  τη διαρροή των εμβολίων προς τα κύτταρα παρακείμενων οργάνων και την πρόσληψή τους από τα κύτταρα αυτά, φυτεύοντας έτσι τους σπόρους για μυριάδες αυτοκαταστροφικά γεγονότα.

Ολοένα αθροιζόμενα  δεδομένα επιβεβαιώνουν αυτούς τους ισχυρισμούς, κι ένα νέο εύρημα μπορεί να αποδειχθεί διαφοροδιαγνωστικό και διαγνωστικό για παθολογίες προκαλούμενες από εμβόλια: η έκφραση της πρωτεΐνης της ακίδας που επάγεται μέσω των εμβολίων στα ενδοθηλιακά κύτταρα και η συνεπαγόμενη αγγειίτιδα θα σχετίζονται στενά. Η πρώτη απεικόνιση αυτής της αρχής έχει παρουσιαστεί σε μια μελέτη περίπτωσης ενός 76χρονου άντρα που πέθανε τρεις εβδομάδες αφού έλαβε την τρίτη του δόση εμβολίου κατά της COVID-19 [20]. Η ιστοπαθολογική ανάλυση του εγκεφάλου οδήγησε στην ανίχνευση πολυεστιακής αγγειίτιδας και νεκρωτικής εγκεφαλίτιδας. Στην καρδιά, βρέθηκε αγγειίτιδα μικρών αγγείων και λεμφοκυτταρική μυοκαρδίτιδα. Τόσο στην καρδιά όσο και στον εγκέφαλο, η πρωτεΐνη ακίδας ανιχνεύτηκε εντός των εστιών της φλεγμονής και ειδικότερα εντός των ενδοθηλιακών κυττάρων των μικρών αγγείων (Εικόνα 5). Κατάλληλα ελεγχόμενα πειράματα επιβεβαίωσαν ότι η παρατηρούμενη έκφραση της πρωτεΐνης ακίδας πράγματι προκλήθηκε από τις εμβολιαστικές ενέσεις που είχαν χορηγηθεί στον ασθενή, παρά από μία αδιάγνωστη μόλυνση από τον ίδιο τον ιό.

Εικόνα 5.

Η έκφραση της πρωτεΐνης ακίδας του SARS-CoV-2 στον εγκέφαλο ενός τριπλά εμβολιασμένου ασθενή (ανοσοϊστοχημεία). Οι καφέ χρωματισμοί υποδηλώνουν την πρωτεΐνη ακίδας εντός ενός μικρού αιμοφόρου αγγείου (κόκκινο βέλος), όπως και στα γλοιακά κύτταρα του περιβάλλοντος εγκεφαλικού ιστού (μπλε βέλος) [20].

Η πολυοργανική αγγειίτιδα, με αξιοσημείωτη συμμετοχή των μικρών αγγείων, αναδύεται τώρα ως ένας κοινός παρονομαστής  για τα ανεπιθύμητα συμβάντα που ακολουθούν τον εμβολιασμό κατά του COVID-19. H βλάβη των τριχοειδών αγγείων με σχηματισμό θρόμβων στον εγκέφαλο και στην καρδιά έχουν παρατηρηθεί επανειλημμένα [20]. Αυτό το πρότυπο νόσου στα μικρά και στα πολύ μικρά αγγεία είναι καινούριο και θεωρείται από τους συγγραφείς ως χαρακτηριστικό του μηχανισμού δράσης των εμβολίων που βασίζονται σε γονίδια.

Κεραυνοβόλες αντιδράσεις ενδέχεται να συμβούν σε ασθενείς που εμβολιάστηκαν μετά από ανάρρωση από γνήσια λοίμωξη με τον SARS-CoV-2. Αυτοί οι ασθενείς θα έχουν υψηλά επίπεδα κυκλοφορούντων αντισωμάτων IgG κατά της πρωτεΐνης ακίδας [21], και η επίθεση του συμπληρώματος στα κύτταρα που έχουν επιμολυνθεί από το εμβόλιο θα είναι άμεση και μαζική. Μία μελέτη περίπτωσης ενός ξαφνικού θανάτου από μυοκαρδίτιδα μετά τον πρώτο εμβολιασμό , με άμεσα τεκμήρια της ενεργοποίησης του συμπληρώματος ενάντια στα κύτταρα του καρδιακού μυός έχει δημοσιευθεί [22].

Κατά την άποψή μας, η έκβαση από μελλοντικά mRNA-εμβόλια κατά άλλων παθογόνων θα είναι κατά πολύ η ίδια όπως την διαπιστώσαμε με τα εμβόλια για την COVID-19. Είναι γεγονός ότι η ίδια η πρωτεΐνη ακίδας μπορεί να προάγει από μόνη της το σχηματισμό θρόμβων αίματος και τη φλεγμονή, χωρίς τη συνδρομή του ανοσοποιητικού συστήματος [23]. Σε κάθε περίπτωση, οι ήδη διαθέσιμες αποδείξεις καταδεικνύουν ότι ο βαρύς, ευρύς και παρατεταμένος τραυματισμός των ιστών και των αιμοφόρων αγγείων προκαλείται κυρίως από την επίθεση του ανοσοποιητικού στα κύτταρα που παράγουν την πρωτεΐνη ακίδας. Αυτή η επίθεση συμβαίνει απλά επειδή η πρωτεΐνη ακίδας είναι ένα ξένο αντιγόνο, και από τη στιγμή που κάθε άλλο mRNA-εμβόλιο θα κωδικοποιεί ένα δικό του, μη ίδιο του οργανισμού αντιγόνο, προερχόμενο από οποιοδήποτε συγκεκριμένο μικρόβιο το οποίο θα έχει ως στόχο, θα πρέπει να περιμένουμε ότι θα προκαλέσει ζημιά με τον ίδιο μηχανισμό και σε παρόμοια έκταση. Αυτά τα εφιαλτικά σενάρια θα χειροτερεύουν με κάθε ενισχυτική ένεση. Τα καταστροφικά αυτά γεγονότα δεν θα μπορούν ούτε να αποφευχθούν ούτε να κατασταλούν, λόγω της φύσης τους.

Η καταστροφή που ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας θα μπορούσε να είχε προβλεφθεί – και είχε [24] προβλεφθεί – ανατρέχοντας στις βασικές αρχές της ανοσολογίας. Η ικανότητα διάκρισης μεταξύ ίδιων και μη ίδιων συστατικών του οργανισμού είναι θεμελιώδης για τη ζωή. Είναι ήδη παρούσα κατά τη γέννηση και σταματά μόνο τη στιγμή του θανάτου. Δεν μπορεί να τεθεί υπό χειρισμούς ή υπό έλεγχο. Οποιαδήποτε απόπειρα ως προς αυτό το στόχο με mRNA ή άλλα εμβόλια βασισμένα σε γονίδια είναι καταδικασμένη να αποτύχει.

 

Ευχαριστίες

Οι συγγραφείς ευχαριστούν τους παθολόγους Arne Burkhardt, MD και Dr. Michael Mörz, MD για την πολύτιμη συζήτηση και πάνω από όλα για την αφοσιωμένη και ρηξικέλευθη εργασία τους επάνω σε δείγματα ιστών από τα θύματα των εμβολίων.

 

Παραπομπή: Gene-based vaccination–quo vadis?

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...